Νο 2/10 ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΜΠΑΛΕΤΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ: GISELLE

Η Giselle που αρχικά είχε τον τίτλο Giselle, ou les Wilis (Giselle, or the Wilis) είναι ένα ρομαντικό μπαλέτο δύο πράξεων σε χορογραφία των Jean Coralli και Jules Perrot και μουσική του Adolphe Adam. Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στις 28 Ιουνίου του 1841 από το Ballet du Théâtre de l’Académie Royale de Musique στο Salle Le Peletier, στο Παρίσι, με την Ιταλίδα μπαλαρίνα Carlotta Grisi στον ρόλο της Giselle.

Ήταν ένα από τα πρώτα μπαλέτα που η χορογραφία και η μουσική δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα να είναι άψογα συνδεδεμένα μεταξύ τους με έναν τρόπο που το κοινό του μπαλέτου δεν είχε ξαναβιώσει. Στη χορογραφία γίνεται ξεκάθαρη χρήση παντομίμας και κάθε χορογραφημένος διάλογος αντικατοπτρίζεται ηχητικά στη δραματική μουσική του Adam. Η Giselle, αναγγέλθηκε για τα εγγενώς ρομαντικά της θέματα, παρά το γεγονός ότι η εποχή του ρομαντισμού είχε περάσει. Μια από τις πιο αξιοσημείωτες ρομαντικές και διάσημες στιγμές του μπαλέτου είναι η σκηνή της τρέλας, όπου η Giselle χορεύει σε παραλήρημα και στο τέλος πέφτει νεκρή από τη ραγισμένη της καρδιά. Η Giselle έγινε ένα πολύ δημοφιλές μπαλέτο και παρουσιάστηκε στην Ευρώπη στη Ρωσία και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

Το μπαλέτο ξεκινάει ένα ηλιόλουστο φθινοπωρινό πρωινό στη Ρηνανία, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Ο τρύγος των σταφυλιών βρίσκεται σε εξέλιξη. Ένας νεαρός ευγενής, ο Δούκας Albrecht της Σιλεσίας, έχει ερωτευτεί μια ντροπαλή, όμορφη αγρότισσα, τη Giselle, παρόλο που είναι αρραβωνιασμένος με την κόρη του Δούκα της Κουρλάνδης, Bathilde. Ο Albrecht μεταμφιέζεται σε έναν ταπεινό χωρικό που λέγεται ‘Loys’ για να φλερτάρει τη μαγευτική και αθώα Giselle, που δεν γνωρίζει τίποτα για την πραγματική του ταυτότητα. Ο Albrecht κρύβει, με τη βοήθεια του ιπποκόμου του, το καλό του ένδυμα, το κυνηγετικό κέρατο και το σπαθί του πριν πείσει τη Giselle να βγει από το σπίτι της για να τη φλερτάρει καθώς ξεκινούν οι εορτασμοί του τρύγου.

Ο ντόπιος θηροφύλακας, ο Hilarion, είναι επίσης ερωτευμένος με τη Giselle και είναι πολύ καχύποπτος με τον νεοφερμένο που έχει κερδίσει τη συμπάθειά της. Προσπαθεί να πείσει την αφελή Giselle ότι δεν μπορεί να εμπιστεύεται τον αγαπητικό της, αλλά αυτή αγνοεί την προειδοποίησή του. Η μαμά της, η Berthe, είναι υπερπροστατευτική με την κόρη της, καθώς η υγεία της Giselle είναι εύθραυστη λόγω της αδύναμης καρδιάς της. Αποθαρρύνει μια σχέση ανάμεσα σε εκείνη και τον Loys, πιστεύοντας ότι ο Hilarion θα είναι καλύτερο ταίρι για αυτήν. Αποδοκιμάζει επίσης την αγάπη της Giselle για τον χορό, λόγω της καταπονημένης της καρδιάς.

Φτάνει στο χωριό μια παρέα ευγενών που ψάχνουν κάτι να φάνε και να πιούνε μετά το κουραστικό κυνήγι. Ανάμεσά τους είναι και η αρραβωνιαστικιά του Albrecht, η Bathilde. Ο Albrecht φεύγει βιαστικά, γνωρίζοντας ότι θα τον αναγνώριζε και θα τον χαιρετούσε η Bathilde, αποκαλύπτοντας την ταυτότητα του ως ευγενή. Οι χωρικοί υποδέχονται τους ευγενείς, τους προσφέρουν κάτι να πιούνε και χορεύουν. Η Bathilde γοητεύεται από τη γλυκιά και ταπεινή φύση της Giselle, χωρίς να γνωρίζει τη σχέση της με τον Albrecht. Η Giselle νιώθει τιμή όταν η όμορφη και αρχοντική άγνωστη της προσφέρει ένα κολιέ ως δώρο πριν φύγει με την ομάδα των ευγενών.

Οι χωρικοί συνεχίζουν τις γιορτές του τρύγου και ο Albrecht εμφανίζεται ξανά για να χορέψει με τη Giselle, η οποία ονομάζεται Βασίλισσα του Τρύγου. Ο Hilarion διακόπτει τους εορτασμούς. Μόλις έχει ανακαλύψει το καλοφτιαγμένο σπαθί του Albrecht και το παρουσιάζει ως απόδειξη ότι ο ερωτοχτυπημένος αγρότης είναι στην πραγματικότητα ένας ευγενής που είναι λογοδοσμένος σε μια άλλη γυναίκα. Ο Hilarion καλεί πίσω την ομάδα των ευγενών χρησιμοποιώντας το κυνηγετικό κέρατο του Albrecht. Ο Albrecht δεν προλαβαίνει να κρυφτεί και δεν έχει άλλη επιλογή από το να υποδεχτεί την Bathilde ως αρραβωνιαστικιά του. Όλοι είναι σοκαρισμένοι με την αποκάλυψη, αλλά κανείς περισσότερο από τη Giselle, η οποία είναι απαρηγόρητη μπροστά στην εξαπάτηση από τον εραστή της. Η Giselle, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να είναι ποτέ μαζί, πέφτει σε μια έξαλλη κρίση, κατά την οποία περνάνε από το μυαλό της όλες οι τρυφερές στιγμές που μοιράστηκε με τον ‘Loys’. Αρχίζει να χορεύει ξέφρενα και απρόβλεπτα, με αποτέλεσμα η αδύναμη καρδιά της να την εγκαταλείψει. Καταρρέει και πεθαίνει στα χέρια του Albrecht. Ο Hilarion και ο Albrecht στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου πριν ο δεύτερος φύγει από τη σκηνή δυστυχισμένος. Η αυλαία κλείνει καθώς η Berthe κλαίει πάνω από το σώμα της κόρης της.

Στην αρχική εκδοχή, η Giselle μαχαιρώνει τον εαυτό της με το σπαθί του Albrecht, γεγονός που εξηγεί γιατί το σώμα της αναπαύεται στο δάσος, σε αγιασμένο έδαφος, όπου οι Wilis έχουν τη δύναμη να την καλέσουν. Οι περισσότερες σύγχρονες εκδοχές είναι ωραιοποιημένες και παραλείπουν την αυτοκτονία.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ

Ο Hilarion θρηνεί στον δασικό τάφο της Giselle, αργά τη νύχτα, αλλά τρομάζει από την άφιξη των Wilis, τα απόκοσμα πνεύματα των κοριτσιών που έχουν προδοθεί από τους εραστές τους. Πολλές Wilis εγκαταλείφθηκαν την ημέρα του γάμου τους και όλες πέθαναν από ραγισμένη καρδιά. Οι Wilis, με επικεφαλής την ανελέητη βασίλισσά τους Myrtha, χορεύουν και στοιχειώνουν το δάσος τη νύχτα, για να εκδικηθούν όποιον άντρα συναντήσουν, ανεξάρτητα από το ποιος μπορεί να είναι, αναγκάζοντας τα θύματά τους να χορεύουν μέχρι να πεθάνουν από εξάντληση. Η Myrtha και οι Wilis ξυπνούν το πνεύμα της Giselle από τον τάφο της και την μυούν στη φυλή τους πριν εξαφανιστούν στο δάσος. Ο Albrecht φτάνει στον τάφο της Giselle για να της αφήσει λουλούδια και κλαίει νιώθοντας ενοχές για τον θάνατό της. Εμφανίζεται το πνεύμα της και ο Albrecht εκλιπαρεί για συγχώρεση. Η αμείωτη αγάπη της Giselle, σε αντίθεση με τις εκδικητικές αδερφές της, την οδηγεί να τον συγχωρήσει. Εξαφανίζεται για να βρει τις υπόλοιπες Wilis και ο Albrecht την ακολουθεί απελπισμένος.

Εν τω μεταξύ οι Wilis έχουν στριμώξει τον τρομοκρατημένο Hilarion. Χρησιμοποιούν τη μαγεία τους για να τον αναγκάσουν να χορέψει μέχρι να φτάσει κοντά στον θάνατο και μετά τον πνίγουν σε μια κοντινή λίμνη. Μετά κατασκοπεύουν τον Albrecht και στρέφονται εναντίον του, καταδικάζοντας και αυτόν σε θάνατο. Παρακαλεί τη Myrtha για τη ζωή του, αλλά αυτή αρνείται ψυχρά. Απορρίπτονται και οι εκκλήσεις της Giselle και ο Albrecht αναγκάζεται να χορεύει μέχρι το ξημέρωμα. Όμως, η δύναμη της αγάπης της Giselle αντεπιτίθεται στη μαγεία των Wilis και του σώζει τη ζωή. Τα υπόλοιπα πνεύματα επιστρέφουν στους τάφους τους το ξημέρωμα, αλλά η Giselle έχει σπάσει τις αλυσίδες του μίσους και της εκδίκησης που ελέγχουν τις Wilis, και έτσι απελευθερώνεται από τις δυνάμεις τους και δεν θα στοιχειώνει πλέον το δάσος. Αφού αποχαιρετήσει τρυφερά τον Albrecht, η Giselle επιστρέφει στον τάφο της για να αναπαυθεί εν ειρήνη.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

  • Ο Théophile Gautier, σεναριογράφος του μπαλέτου Giselle, άντλησε την έμπνευσή του από την περιγραφή των Wilis στην ιστορία του συγγραφέα Heinrich Heine, Wilis in De lAllemagne. Οργάνωσε την ιστορία τους για την πρώτη πράξη και στάθηκε σε μια στροφή από το ποίημα Fantômes του Victor Hugo, για έμπνευση. Το απόσπασμα αυτό αναφέρεται σε ένα όμορφο 15χρονο κορίτσι από την Ισπανία που αγαπάει να χορεύει. Ζεσταίνεται πολύ σε έναν χορό και πεθαίνει από ένα κρυολόγημα ένα δροσερό πρωινό. Μιλά επίσης για υπερφυσικές νεαρές γυναίκες, τις Wilis. Έχουν πεθάνει πριν από τη μέρα του γάμου τους και βγαίνουν από τους τάφους τους τη νύχτα για να χορέψουν. Όποιος άντρας τις συναντά αναγκάζεται να χορέψει μέχρι να πεθάνει. Σε ένα άλλο βιβλίο οι Wilis θεωρούνται γυναίκες που έχουν εγκαταλειφθεί πριν τον γάμο τους, έχουν πεθάνει και έχουν γίνει βαμπίρ. Αυτός υποτίθεται πως είναι και ο λόγος που μισούν τους άντρες. Ο Gautier πίστεψε ότι οι Wilis του Heine και το 15χρονο κορίτσι από την Ισπανία του Hugo θα δημιουργούσαν μία καλή ιστορία μπαλέτου. Η αρχική του ιδέα ήταν να παρουσιάσει μια άδεια αίθουσα για χορό που να αστράφτει από τα κρύσταλλα και το φως των κεριών. Οι Wilis θα έριχναν ένα ξόρκι στην πίστα. Η Giselle και οι υπόλοιποι χορευτές θα έμπαιναν και θα χόρευαν σε όλη τη σκηνή χωρίς να μπορούν να σταματήσουν λόγω της μαγείας. Η Giselle θα προσπαθούσε να αποτρέψει τον αγαπημένο της από το να χορέψει με άλλα κορίτσια. Στη συνέχεια θα εισέβαλε η Βασίλισσα των Wilis, θα ακουμπούσε το κρύο χέρι της στην καρδιά της Giselle και το κορίτσι θα πέθαινε. Ο Gautier δεν ήταν ευχαριστημένος με αυτή την ιστορία. Ήταν απλά μια διαδοχή χορευτών με μια δραματική στιγμή στο τέλος. Δεν είχε καμία εμπειρία στη συγγραφή σεναρίων μπαλέτου, οπότε κάλεσε τον Vernoy de St. Georges, ο οποίος είχε γράψει πολλά λιμπρέτο. Στον St. Georges άρεσε η αρχική ιδέα του Gautier, με το εύθραυστο κορίτσι και τις Wilis. Έγραψε την ιστορία της Giselle, όπως την ξέρουμε σήμερα, σε 3 ημέρες και την έστειλε στον Léon Pillet, διευθυντή της Όπερας του Παρισιού. Ο Pillet χρειαζόταν μια καλή ιστορία για να παρουσιάσει την Grisi στο κοινό του Παρισιού και αυτή η ιστορία ήταν η Giselle.
  • Η εκδοχή που έχει επικρατήσει πλέον είναι αυτή του Marius Petipa που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1884 από το Αυτοκρατορικό Μπαλέτο της Αγίας Πετρούπολης που σήμερα ονομάζεται Kirov/Mariinsky. Η σημαντικότερη διαφορά είναι ότι στη σύγχρονη εκδοχή έχουν αντικατασταθεί όλα τα στοιχεία παντομίμας, που ήταν ένα μεγάλο μέρος της Giselle, από χορευτικούς συνδυασμούς.
  • Ο ρόλος της Giselle είναι ένας από τους πιο πολυπόθητους ρόλους για κάθε χορεύτρια μπαλέτου καθώς είναι αρκετά απαιτητικός και τεχνικά και εκφραστικά.
  • Η Giselle έχει αρκετά κοινά στοιχεία με το μπαλέτο La Sylphide καθώς είναι επίσης από τα πρώτα μπαλέτα που οι χορεύτριες φορούσαν φούστα μέχρι τη μέση της γάμπας και η ιστορία του μιλάει για καθημερινούς άντρες και υπερφυσικές γυναίκες συνδυάζοντας τον πραγματικό κόσμο με τον φανταστικό κόσμο του δάσους.
Μενού